Το θέαμα  ομάδων νέων, συχνά οκτώ ή δέκα άτομα μαζί, που περιφέρονταν μπροστά από τις καντίνες του Athens Street Food Festival 2018 (τέρμα Ερμού, Γκάζι)  αναζητώντας ιδιαίτερες γεύσεις και συνταγές, δοσμένες με τον πιο ευφάνταστο τρόπο και στην πιο περίπλοκη συσκευασία, δεν μπορεί παρά να προκαλεί αισιοδοξία και να πυροδοτεί το κέφι όσων ασχολούνται με την εστίαση.

Η αναζήτηση νέων γεύσεων, συνταγών, συστατικών, ακόμα και νέων μεθόδων παρασκευής αναγνωρίσιμων εδεσμάτων, δεν είναι άσχετη από την  ευρύτερη τάση της εποχής για επαναπροσδιορισμό των συνολικών επιλογών των νέων στις δυτικές κοινωνίες.  Τα ‘Μπολ του Βούδα’  ήταν μια από αυτές που έκανε δειλά την εμφάνισή της στο φεστιβάλ στο Γκάζι.

Εδώ και μια τριετία, στις ΗΠΑ κι αλλού, τα ‘Μπολ του Βούδα’ είναι μια ισχυρή τάση, τόσο σε διατροφικό επίπεδο όσο και σε καθαρά εστιατορικό. Η τάση ξεκίνησε, σύμφωνα με τα ρεπορτάζ των media, από τα αμέτρητα διατροφικά blogs  των ΗΠΑ τα οποία εκτός από συνταγές, παρουσιάζουν και τρόπους σερβιρίσματος ή μεταφοράς (στη δουλειά, το πανεπιστήμιο, το ταξίδι κ.ά.) των εδεσμάτων που παρουσιάζουν.

Ακολούθησαν οι αναρτήσεις στα social media και στη συνέχεια τη σκυτάλη πήραν οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι του γαστρονομικού πολιτισμού και της εστιατορικής βιομηχανίας οι οποίοι ανέλαβαν να ‘επενδύσουν’ την τάση αυτή με ιστορικό και – γιατί όχι;- συμβολικό περιεχόμενο.

Σύμφωνα με παλιότερη έρευνα για την αμερικανική αγορά, οι εντράδες που σερβίρονται σε μπολ, παρουσίασαν το 2015 εντυπωσιακή για τα δεδομένα της αγοράς αύξηση της τάξης του 3,5% σε σχέση με το 2014 (στοιχεία από την έρευνα Menu Monitor Data της Technomic).

 


Σε τι συνίσταται όμως η τάση; Και τι είναι τελικά το ‘Μπολ του Βούδα’;

Αρχικά bloggers και διατροφολόγοι συνιστούσαν στο κοινό κάτι απολύτως λειτουργικό και εν πολλοίς γνωστό εδώ και δεκαετίες. Ένα μπολ (βρασμένων ή περασμένων στον ατμό) λαχανικών, βρασμένων οσπρίων κι όλα αυτά ραντισμένα με ελαιόλαδο και μυρωδικά, για το ξεκίνημα της ημέρας ή ως ελαφρύ μεσημεριανό γεύμα. Ο στόχος προφανής: η λήψη όλων των απαραίτητων συστατικών  - των πρωτεϊνών μη εξαιρουμένων- σε ένα πιάτο, μπολ για την ακρίβεια, χωρίς την προσθήκη ζωικής τροφής.

Στη συνέχεια και καθώς το περιεχόμενο των μπολ άρχισε να αποκτά περισσότερο ‘συμβολικές’ διαστάσεις, οι σεφ πρότειναν βρασμένους σπόρους και εξεζητημένα δημητριακά όπως σπόρους δημητριακών φάρρο (ιταλικής προέλευσης, μοιάζει με το δικό μας σιτάρι Ζέας), ενώ στις μέρες μας τα συγκεκριμένα μπολ μπορεί να περιέχουν και ζωικές τροφές.

Δεν είναι όμως πια Μπολ του …Βούδα.

Ο Βούδας, λιτοδίαιτος όπως όλοι οι μεγάλοι μύστες (λιπόσαρκος κι όχι εύσωμος όπως απεικονίζεται στα -θαυμάσια κατά τα άλλα- αγάλματα των ασιατικών ναών), συνήθιζε χαράματα κάθε πρωί να περπατάει στην οργιαστική ινδική φύση με ένα μικρό άδειο μπολ στα χέρια του, στο οποίο περαστικοί, συγχωριανοί και φίλοι, τοποθετούσαν ο καθένας ένα έδεσμα ως δώρο, ως ένδειξη σεβασμού στο ‘δάσκαλο’: κάποιο φρέσκο λαχανικό, βρασμένο ρύζι, αρωματικά βότανα, λίγα μαγειρεμένα όσπρια που είχαν περισσέψει από το χθεσινό τραπέζι- ότι υπήρχε διαθέσιμο. Αυτό ήταν το φαγητό του για όλη τη μέρα, η οποία περιλάμβανε πολύ περπάτημα, διαλογισμό και διδασκαλία.

Το μπολ είχε για τον μεγάλο ασιάτη φιλόσοφο ένα διπλό συμβολισμό: είχε μια ορισμένη ποσότητα (αυτό ήταν το ημερήσιο φαγητό του και τίποτα περισσότερο), αλλά και μια εγγενή ταπεινότητα που εκφραζόταν τόσο από την τροφή που περιείχε όσο και από τον τρόπο που την είχε αποκτήσει, δηλαδή μέσα από το υστέρημα και τη γενναιοδωρία των συνανθρώπων του. Με ένα μπολ φαγητού  ο μεγάλος ανατολίτης φιλόσοφος δίδασκε, όπως περίπου έκανε κι ο δικός μας Διογένης με το διάσημο πιθάρι του (και το λυχνάρι του).

  • Ψημένα, βρασμένα, στον ατμό ή και ωμά – πολύ πιο κοντά στο αρχικό πνεύμα της υπόθεσης- τα συστατικά του μπολ μετατρέπονται σε ένα γεύμα που θα κρατήσει το σώμα σε εγρήγορση αλλά και σε ένα φιλοσοφικό μάθημα που στόχο έχει να κρατήσει το πνεύμα σπινθηροβόλο.

Τα περιμένατε όλα αυτά από ένα μπολ;

Θανάσης Αντωνίου, Grill Magazine